Ξηρόμερο

Ξηρόμερο

Ο Δήμος Ξηρομέρου είναι Δήμος του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας που συστάθηκε με το Πρόγραμμα Καλλικράτης από την συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Αστακού, Φυτειών και Αλυζίας. Η έκτασή του είναι 584,82 τ.χλμ. και ο πληθυσμός 13.717 κάτοικοι, σύμφωνα με την απογραφή του 2001.

Στο video που ακολουθεί, μπορείτε να δείτε μερικά από τα ενδιαφέροντα σημεία του Δήμου Ξηρομέρου.


Αστακός
Ο Αστακός είναι παράλια κωμόπολη (υψόμ. 10μ.) του νομού Αιτωλοακαρνανίας, χτισμένη στον μυχό του ομώνυμου κόλπου και στους πρόποδες του όρους Βελούτσα που είναι η απόληξη των Ακαρνανικών Ορέων. Αποτελεί την έδρα του Δήμου Ξηρομέρου, ενώ ήταν πρώην έδρα του δήμου Αστακού. Ανάμεσα στα αξιοθέατά του περιλαμβάνονται μοναστήρια και ιστορικοί χώροι, όπως το βυζαντινό κάστρο του Δραγαμέστου και ο αρχαιολογικός χώρος του αρχαίου Αστακού στον οποίο σώζονται τα ερείπια ενός ναού αφιερωμένο στον Δία Καραό. Απέχει 56 χμ ΒΔ από την πρωτεύουσα του νομού Μεσολόγγι και 51 χμ Δ από το Αγρίνιο, το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής.

Ιστορία
Η αρχαία πόλη βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από τον σημερινό οικισμό και είχε ιδρυθεί από αποίκους της Κεφαλληνίας. Κηριεύθηκε από τους Αθηναίους κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο και αργότερα εντάχθηκε στην Αιτωλική Συμπολιτεία.

Γνώρισε ιδιαίτερη ακμή ως επαρχιακό κέντρο κατά τη βυζαντινή περίοδο με την ονομασία Δραγαμέστο.

Κατά την αρχαιότητα βρέθηκε στο επίκεντρο της διαμάχης Αθηναίων και Πελοποννησίων και είναι γνωστός για την ιστορία το τυράννου Ευάρχου, ο οποίος απομακρύνθηκε από τους Αθηναίους. Η πόλη συνέχισε να ακμάζει και κατά τα ελληνιστικά χρόνια και γνώρισε την παρακμή μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση: το 30 π.Χ.. θεμελιώθηκε η Ακτία Νικόπολη και οι πληθυσμοί της Ακαρνανίας (μαζί και της περιοχής του Αστακού) αναγκάστηκαν να εποικήσουν τη νέα πόλη. Η ύπαιθρος ερημώνει και τα ίχνη της πόλης χάνονται μέχρι τη βυζαντινή περίοδο: το κέντρο των δραστηριοτήτων είναι πλέον η περιοχή γύρω από το κάστρο του Δραγαμέστου το οποίο φύλαγε τα περάσματα προς την ενδοχώρα και επόπτευε την κίνηση στον κόλπο.

Η πρώτη μνεία στη βυζαντινή Δραγαμεστό γίνεται από τον Κ. Ακροπολίτη στα 1250 μ.Χ., ο οποίος εξιστορεί τα γεγονότα των αραβικών επιδρομών του 9ου αιώνα. Μετά την Άλωση του 1204, ο Αστακός ακολούθησε τη μοίρα της Ακαρνανίας και υπάχθηκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Έκτοτε θα αλλάξει αρκετούς αφέντες: συμπεριελήφθη στο κράτος του Στέφανου Ντουσάν, πέρασε στα χέρια του Αλβανού Μπούα Σπάτα, ενδιάμεσα κατελήφθη προσωρινά από τον άρχοντα της Λευκάδας Λεονάρδο Τόκκο ενώ αποτέλεσε μήλον της έριδος ανάμεσα στις ιταλικές οικογένειες των Φόσκαρι και των Τόκκων.

Η πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας και η εξάπλωση των Οθωμανών οδήγησαν στην υποδούλωση της περιοχής στην Υψηλή Πύλη. Το 1571 ο στόλος των Ιταλών και των Ισπανών ελλιμενίζεται στο μικρό λιμάνι της περιοχής και διώχνει -προσωρινά- τους Τούρκους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελική φάση της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου πραγματοποιήθηκε στις εκβολές του Αχελώου, ανάμεσα στον κόλπο του Αστακού και τη θαλάσσια περιοχή των Εχινάδων. Η περιοχή διέρχεται μια σύντομη Βενετοκρατία από το 1684 ως το 1699, οπότε περνά και πάλι στα χέρια των Οθωμανών σύμφωνα με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς.

Ο σύγχρονος Αστακός χρονολογείται στις αρχές του 1700 από κατοίκους των Ιονίων νήσων, της Ηπείρου και της Ευρυτανίας. Η αρχική θέση του ήταν στη Σκάλα (λιμάνι) Δραγαμέστου. Το 1704 ιδρύεται το πρώτο "μαγαζί" (αποθήκη) στη Σκάλα και μετά το 1718 ανθίζει το εξαγωγικό εμπόριο προς τη Γαλλία. Το 1797 και σύμφωνα με τη συνθήκη του Καμποφόρμιο, η περιοχή περνά στους Γάλλους. Η γαλλική κυριαρχία θα κρατήσει μόνο δύο χρόνια και θα τερματιστεί το 1799. Κατά τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης το λιμάνι θα χρησιμοποιηθεί από τον Αλή-Πασά για εμπόριο βελανιδιού, ξυλείας, κρέατος, σιταριού και καλαμποκιού.

Ο Αστακός και η ευρύτερη περιοχή συμμετέχουν ενεργά στον ξεσηκωμό του 1821: στρατοπεδεύει για λίγο εδώ ο Πετρόμπεης και έπειτα ο Καραϊσκάκης και ο Τσωρτς. Μετά την απελευθέρωση, ο Αστακός συμπεριελήφθη στο νεοσύστατο κράτος και έγινε κέντρο του ομώνυμου Δήμου. Η κοινωνία του σταδιακά μετασχηματίστηκε με τη δραστηριοποίηση των πλοιοκτητών και των εμπόρων. Κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μάλιστα, διακοσμήθηκε με όμορφες νεοκλασικές οικίες από τις οποίες σήμερα κάποιες έχουν κριθεί διατηρητέες από το Κράτος. Παλιότερα ο Αστακός ήταν σημαντικό κέντρο εξαγωγής βελανιδιού από το γειτονικό βελανιδόδασος Ξηρομέρου ενώ τα τελευταία χρόνια ελπίζει σε οικονομική ανάπτυξη με την ολοκλήρωση και λειτουργία του νέου μεγάλου λιμανιού στο Πλατυγυάλι.

Πάνω σε ένα ύψωμα βόρεια της σημερινής κωμόπολης του Αστακού και ανάμεσα στον Αστακό και το χωριό Καραϊσκάκης στέκουν τα ερείπια των οχυρώσεων του αρχαίου Αστακού και της μεσαιωνικής Δραγαμεστού. Η συνολική έκταση της τοποθεσίας είναι περίπου 108 στρέμματα και η οχύρωση χωρίζεται σε δύο τομείς με ένα διατείχισμα 410 μέτρων περίπου. Οι αρχαίοι και οι βυζαντινοί κτίστες εκμεταλλεύτηκαν τη βραχώδη τοποθεσία λαξεύοντας το υπόστρωμα και ενσωματώνοντάς το στα τείχη, συνδυάζοντας τη φυσική με την τεχνητή οχύρωση. Το αρχαίο τείχος ήταν χτισμένο σε φυσικό υπόστρωμα και η ανωδομή του ήταν πλίνθινη. Ένα τμήμα του χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως βάση για την οικοδόμηση του μεσαιωνικού τείχους. Η κεντρική πύλη, η οποία πρέπει να βρισκόταν σε χρήση τόσο κατά την αρχαία όσο και κατά τη μεσαιωνική περίοδο, βρίσκεται στη δυτική πλευρά του κάστρου, αυτή που "βλέπει" προς τα ερείπια του ναού του Διός Καραού. Η οχύρωση ενισχύεται από 15 πύργους, όλους στραμμένους προς τη νότια και τη δυτική πλευρά. Μέσα στον περίβολο των τειχών του βυζαντινού (βόρειου) τομέα σώζονται τα ερείπια τριών ναών:

1. Μια τρίκλιτη βασιλική της Αγίας Αικατερίνης ή της Θεοτόκου,

2. Ένας σταυροεπίστεγος ναός του 10ου αιώνα και

3. Μια μονόχωρη βασιλική.

Συναντούμε επίσης θεμέλια κτιρίων ο σκοπός των οποίων μας είναι άγνωστος. Ακριβώς στο κέντρο του νότιου τμήματος της αρχαίας πόλης υπάρχει ένας μικρός ναός της Αγίας Κυριακής. Σήμερα, το κάστρο είναι κακοδιατηρημένο και η πρόσβαση σε αυτό γίνεται μέσω ενός χωμάτινου αγροτικού δρόμου. Η ύπαρξη του κάστρου σε συνδυασμό με τα παλιοχριστιανικά ευρήματα μέσα στα όρια του σύγχρονου Αστακού καταδεικνύει την αδιάλειπτη συνέχεια στην κατοίκηση της περιοχής και σηματοδοτούν τον μεσαιωνικό-βυζαντινό χαρακτήρα της.

Πλατυγιάλι
Το Πλατυγιάλι είναι όρμος στο ανατολικό άνοιγμα του κόλπου του Αστακού. Σήμερα φιλοξενεί το σύγχρονο εμπορικό-διαμετακομιστικό λιμάνι του Αστακού. Κατά τις εργασίες κατασκευής του λιμανιού τη δεκαετία του '80 βρέθηκε υποθαλάσσιος οικισμός της 3ης π.Χ. χιλιετίας, ο οποίος όμως για χάρη του έργου ξαναθάφτηκε. Δεν έχουμε νεότερα σημάδια κατοίκησης στον όρμο αυτό, μάλλον λόγω της απουσίας πόσιμου νερού. Οι περιηγητές του 19ου αιώνα δεν αναφέρουν την ύπαρξη κάποιου οικισμού (σε αντίθεση με τον διπλανό όρμο του Αγίου Παντελεήμονα) ενώ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο μικρός αυτός όρμος θα φιλοξενήσει τα πλοία του αγγλικού στόλου. Στα επόμενα χρόνια χρησίμευσε μόνο ως καταφύγιο παροπλισμένων πλοίων. Το 1984 η ΕΤΒΑ, με χρηματοδότηση από τα Μ.Ο.Π, προσπάθησε να κατασκευάσει στο Πλατυγιάλι Να.Βι.Πε. (Ναυτική Βιομηχανική Περιοχή) με σκοπό να δημιουργηθεί διαλυτήριο πλοίων. Η επένδυση θεωρήθηκε ασύμφορη και το 1990 η ΕΤΒΑ αποπειράθηκε να πουλήσει τη Να.Βι.Πε. στην ελβετική C.B.I. με σκοπό την κατασκευή μονάδας καύσης τοξικών αποβλήτων. Οι δύο εταιρείες βρήκαν μπροστά τους την αντίδραση σύσσωμης της τοπικής κοινωνίας και η πώληση απετράπη. Παρόμοια αντίδραση ξεσήκωσε δύο χρόνια αργότερα η προοπτική πώλησης της Να.Βι.Πε. στην ελβετική LYPSA, η οποία θα κατασκεύαζε μονάδα παραγωγής αμόλυβδης βενζίνης. Και αυτή η επένδυση τελικά ματαιώθηκε. Στα τέλη της δεκαετίας του '90, η Να.Βι.Πε. πέρασε στα χέρια της Astakos-Terminal που ανέλαβε τη μετατροπή του Πλατυγιαλιού σε εμπορικό-διαμετακομιστικό λιμάνι. Το 2007 ξεκίνησαν επαφές της Astakos-Terminal με την ιταλική Edison με σκοπό τη δημιουργία μονάδας ηλεκτροπαραγωγής με καύση λιθάνθρακα, όμως η αντίδραση του κόσμου και διάφορα νομικά κωλύματα απέτρεψαν αυτό το ενδεχόμενο. Η πόλη του Αστακού ήρθε τελευταία στο προσκήνιο με την προβλεπόμενη μεγάλη καταριανή επένδυση κατασκευής εργοστασίου ηλεκτροπαραγωγής από την κοινοπραξία Astacos PPC που τελικά ματαιώθηκε μετά από υπέρμετρες αξιώσεις μιας των εταίρων εταιρειών, όπως δηλώθηκε επίσημα.

Αλυζία
Ο Δήμος Αλυζίας ήταν δήμος του νομού Αιτωλοακαρνανίας που συστάθηκε με το πρόγραμμα Καποδίστριας από τη συνένωση παλαιότερων κοινοτήτων της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου. Λειτούργησε την περίοδο 1999 -2010 οπότε και καταργήθηκε με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης και εντάχθηκε στον νέο δήμο Ξηρομέρου. Έδρα του Δήμου Αλυζίας ήταν το χωριό Κανδήλα, το οποίο είναι το μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό. Εκεί, κατά την αρχαιότητα, υπήρχε η αρχαία πόλη Αλυζία, η οποία στην περίοδο ακμής της είχε περίπου 35.000 πληθυσμό.

Φυτείες
Ο δήμος Φυτειών ήταν δήμος του νομού Αιτωλοακαρνανίας που συστάθηκε με το πρόγραμμα Καποδίστριας από τη συνένωση παλαιότερων κοινοτήτων της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου. Λειτούργησε την περίοδο 1999 -2010 οπότε και καταργήθηκε με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης και εντάχθηκε στον νέο δήμο Ξηρομέρου. Βρισκόταν στο βορειοανατολικό τμήμα της Αιτωλοακαρνανίας στα νότια της λίμνης Αμβρακίας. Έδρα ήταν οι Φυτείες Αιτωλοακαρνανίας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001 οι Φυτείες έχουν 2.734 κατοίκους και 96.295 στρέμματα έκταση. Αποτελείται από μόλις δύο δημοτικά διαμερίσματα, το δ.δ Φυτειών (που περιλαμβάνει τα χωριά Φυτείες και Κουβαρά) και το δ.δ. Παπαδάτου (που περιλαμβάνει τα χωριά Παπαδάτο, Άγιο Στέφανο και Ρίβιο).